αρπάζω

και αρπάχνω (AM ἁρπάζω)
1. παίρνω ή πιάνω κάτι στα χέρια μου γρήγορα και ορμητικά («άρπαξε το όπλο και πυροβόλησε» — πρβλ. «ἁρπάσσω τα ὅπλα», Ξεν.
«άρπαξε ο λύκος το πρόβατο»)
2. αποσπώ ή παίρνω μαζί μου με τη βία («αρπάξανε μια κοπέλα» — πρβλ. «ὅτε σε πρῶτον Λακεδαίμονος ἐξ ἐρατεινῆς ἒπλεον ἁρπάσας» — όταν σε άρπαξα απ' την όμορφη Λακεδαίμονα, Όμ.)
3. (για άνεμο) αναρπάζω, παρασύρω («μου άρπαξ' ο αέρας το καπέλο» — πρβλ. «ἁρπασθεὶς ὑπὸ τοῡ ἀνέμου», Θουκ.)
4. παίρνω κάποιον λόγο ή κάποια σκέψη, προλαβαίνω και λέω κάτι πρώτος («τ' άρπαξες απ' το στόμα μου» — πρβλ. «Αἰσχύλος ἥρπασε τὸ ἐγὼ φράσω» — ο Αισχύλος άρπαξε, πρόλαβε και έγραψε αυτό που θα διηγηθώ, Ηρόδ.)
5. αντιλαμβάνομαι, κατανοώ γρήγορα, έχω ταχεία αντίληψη («ό,τι ακούσει το αρπάζει αμέσως»
«ό,τι αρπάξει το μάτι της το φτιάχνει το χέρι της» — πρβλ. «ἁρπάσας οὖν τὸ αἰνιχθὲν ἐκεῑνος» — αφού κατάλαβε αμέσως εκείνος τον υπαινιγμό, Πλούτ.)
6. παίρνω με τη βία, κλέβω ή λεηλατώ («άρπαξε να φας και κλέψε να 'χεις» — πρβλ. «ὁκὴ 'πιώρκεις ἡρπακὼς», Αριστοφ.)
νεοελλ.
1. προσβάλλομαι από αρρώστια («την άρπαξα τη γρίπη»)
2. πιάνω γρήγορα ή ξαφνικά
3. φρ. α) «άρπα τον ένα και χτύπα τον άλλο» — ο ένας είναι χειρότερος απ' τον άλλο, είναι εξίσου κακοί και οι δύο
β) «άρπαξε φωτιά το σπίτι, το μπαρούτι, το φουστάνι κ.λπ.» (για ξαφνική ανάφλεξη)
γ) «της άρπαξε ένα φιλί» — τη φίλησε ξαφνικά
4. (με άσεμνη σημασία) «τον αρπάζει» ή «τον άρπαξε» (για σαρκική σχέση)
5. καίω εξωτερικά, καψαλίζω
α) (μτβ.) «τ' άρπαξε ο φούρνος τα ψωμιά»
β) (αμτβ.) «άρπαξε το βραστό» — τσίκνισε
6. (-ομαι) α) οργίζομαι, με πιάνει ξαφνική οργή («μην αρπάζεσαι τόσο εύκολα»)
6) συμπλέκομαι, έρχομαι στα χέρια («αρπάχτήκανε πάλι» — δέρνονται, μαλώνουν)
αρχ.
καταβάλλω, κυριεύω.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Ο τ. αρπάζω πιθ. < ρίζα άρπ- (πρβλ. άρπη) παρεκτεταμένη σε -άζω, ενώ η υπόθεση κατά την οποία το ρ. αρπάζω αποτελεί παράγωγο ονόματος με λαρυγγικό θ. αρπαγ-δεν είναι ικανοποιητική. Κατ' άλλη άποψη, από αρχική ρίζα *rep- (πρβλ. ερέπτομαι, λατ. rapio «αρπάζω») > *αρέπ- > ρ. *αρέπω > *αρεπάζω (πρβλ. αλύσκω -αλυσκάζω) > *αρπάζω (με συγκοπή) > αρπάζω (με δασύτητα κατά τα αιρέω, είλον κ.λπ.), ενώ άλλοι ανάγουν τον τ. σε ρίζα *serp- < ρίζα *ser-, με παρέκταση (πρβλ. λατ. sarpiō και sarpō «κλαδεύω, αρπάζω»). Ο νεοελλ. τ. αρπάχνω < (αρχ. αόρ.) ηρπάχθην αντί ηρπάσθην κατά τα ρ. σε -νω, ο δε τ. αρπώ < (αόρ.) ήρπασα του αρπάζω κατά το σχήμα: έσπασα-σπω, γέλασα-γελώ κ.ά. Το ρ. αρπάζω απαντά ευρύτατα σε όλη τη διάρκεια της ελληνικής γραμματείας, με βασικές σημασίες «αφαιρώ, απάγω» (γυναίκα, λεία), «κατάσχω» (όπλο), «λεηλατώ» (πόλη).
ΠΑΡ. άρπαγας (-αξ), αρπάγη, αρπαγή, άρπαγμα, αρπακτός (-χτός)
αρχ.
αρπάγδην, αρπακτήρ, αρπακτήριος αρπακτής
αρχ.-μσν.
αρπαγμός
νεοελλ.
αρπαξιά, αρπάχτης.
ΣΥΝΘ. αναρπάζω, αφαρπάζω, διαρπάζω, εξαρπάζω, συναρπάζω, υφαρπάζω
αρχ.
εισαρπάζω, καθαρπάζω, παραρπάζω, προαρπάζω
μσν.
ανθαρπάζω, εφαρπάζω
νεοελλ.
περιαρπάζω].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἁρπάζω — snatch away pres subj act 1st sg ἁρπάζω snatch away pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αρπάζω — αρπάζω, άρπαξα βλ. πίν. 23 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αρπάζω — και αρπάχνω και αρπώ άρπαξα, αρπάχτηκα, αρπαγμένος, ως μτβ. 1. αφαιρώ κάτι με τη βία: Νεαρός άρπαξε την τσάντα γυναίκας κι εξαφανίστηκε. 2. πιάνω δυνατά ή γρήγορα: Τον άρπαξα και τον κράτησα, αλλιώς θα τον χτυπούσε το αυτοκίνητο. 3. λεηλατώ,… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἁρπάζῃ — ἁρπάζω snatch away pres subj mp 2nd sg ἁρπάζω snatch away pres ind mp 2nd sg ἁρπάζω snatch away pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρπάξει — ἁρπάζω snatch away aor subj act 3rd sg (epic) ἁρπάζω snatch away fut ind mid 2nd sg ἁρπάζω snatch away fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρπάξῃ — ἁρπάζω snatch away aor subj mid 2nd sg ἁρπάζω snatch away aor subj act 3rd sg ἁρπάζω snatch away fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρπάσατε — ἁρπάζω snatch away aor imperat act 2nd pl ἁ̱ρπάσατε , ἁρπάζω snatch away aor ind act 2nd pl (doric aeolic) ἁρπάζω snatch away aor ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρπάσουσι — ἁρπάζω snatch away aor subj act 3rd pl (epic) ἁρπάζω snatch away fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἁρπάζω snatch away fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρπάσουσιν — ἁρπάζω snatch away aor subj act 3rd pl (epic) ἁρπάζω snatch away fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) ἁρπάζω snatch away fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἁρπάσσει — ἁρπάζω snatch away aor subj act 3rd sg (epic) ἁρπάζω snatch away fut ind mid 2nd sg (epic doric aeolic) ἁρπάζω snatch away fut ind act 3rd sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.